Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Αρχές για ευτυχισμένη ζωή

Αρχές για ευτυχισμένη ζωή

Από όσα έζησα, είδα και μελέτησα, διαπίστωσα ότι υπάρχουν μερικές αρχές, που διευκολύνουν την πορεία του ανθρώπου, για να πορευτεί προς την Ι­θάκη της ζωής του πιο αποτελεσματικά.

Οι αρχές αυτές είναι:

1. Λέω και βιώνω την αλήθεια και έτσι δε χρειάζεται να θυμάμαι τι είπα και σε ποιον τα είπα. Η αλήθεια για μένα είναι όπως το οξυγόνο. Είναι η ζωή μου.

2. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να αντιμετωπίζω τα καθη­μερινά μου προβλήματα με τιμιότητα και με εγκρά­τεια και να αναλαμβάνω τη δική μου ευθύνη για τη λύ­ση τους.

3. Έχω βεβαιωθεί ότι τα πιο πολύτιμα στη ζωή μας είναι οι άνθρωποι και οι σχέσεις που δημιουργούμε μαζί τους. Προσπαθώ να εκπέμπω αγάπη, γιατί αγαπώ τη ζωή μου και θέλω να είμαι υγιής. Δεν επιτρέπω στα καρκινώματα, όπως είναι το μίσος, η ζήλια, ο φθόνος κ.ά., να φυτρώσουν μέσα μου.

4. Λέω μόνο ό,τι καλό παρατηρώ στο συνάνθρωπό μου. Έτσι, κανένας δε θα μου παραπονεθεί ποτέ για ό,τι είπα.

5. Γνωρίζω ότι είμαι μοναδικός και κάθε στιγμή αλλάζω, όπως και ο κάθε συνάνθρωπός μου, γι' αυτό είμαι ανοικτός να ακούω το συνάνθρωπό μου χωρίς προκατάληψη.

6. Δεν παραλείπω να θυμίζω στον εαυτό μου ότι είμαι άνθρωπος, όπως και συ, που σημαίνει ότι θα κάνουμε λάθη και δε θα ζητώ την τελειότητα από σένα, όπως και από μένα. Όμως, θα επιζητώ τη συνεχή βελτίωση.

7. Κάθε μέρα θα προσπαθώ να χαίρομαι ό,τι όμορφο και ό,τι ωραίο υπάρχει μέσα μου και γύρω μου, γιατί ξέρω ότι μόνο η δική μου αδυναμία να εκτιμώ τα δώρα του Θεού μικραίνει το μεγαλείο της προσφοράς Του.

8. Δεν επιτρέπω στους άλλους να μιλούν αρνητικά και υποτιμητικά για κάποιον, που δεν είναι παρών και έ­τσι οι συνομιλητές μου αποκτούν την αίσθηση της δι­καιοσύνης, της αλήθειας, της καλοσύνης και της κα­λής σκοπιμότητας στη ζωή, αφού είναι κοινό μυστικό, πως ο κακός λόγος επιστρέφει πιο κακός σε κείνον που τον είπε.

9. Βασίζομαι στα μηνύματα που προέρχονται από μέσα μου, είμαι αφιερωμένος με ενθουσιασμό σε ό,τι κάνω και συμμετέχω ολόψυχα στις καθημερινές πράξεις. Εκπληρώνω το χρέος μου, με σκοπό να είμαι σε αρμονία με τον εαυτό μου, το περιβάλλον μου και να βοηθώ με κάθε τρόπο τον κόσμο να γίνει καλύτερος, έστω και για ένα μόνο άλλον άνθρωπο.

10. Ενεργώ και εργάζομαι σαν όλα να εξαρτώνται από μένα. Ενώ ενεργώ και, όταν τελειώνω, προσεύχο­μαι, γιατί όλα εξαρτώνται από το Θεό. ."Τα αδύνατα παρ' ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ...

Από το βιβλίο «Ο σωστός Γονιός, Δάσκαλος, Άνθρωπος,. Τα 12 απαραίτητα βήματα». (Εκδόσεις ΕΡΕΥΝΑ, Κρέμου 116, 17676 Καλλιθέα).

ΑΝΙΑ

ΑΝΙΑ

Ο Dostojevsky και ο Baudelaire, γράφει ο Ευδοκίμωφ, έλεγαν ότι ο κόσμος θα χαθεί, όχι εξ αιτίας των πολέμων, αλλ' απ' αυτή την ανυπόφορη γιγαντιαία ανία, όταν από το χασμουρητό, μεγάλο όσο και ο κόσμος, θα βγει ο διάβολος.

Ο άνθρωπος αρρωσταίνει από ανία και όχι μόνο όταν δεν δουλεύει. Καμιά φορά και το αντίθετο.

Στην πραγματικότητα η ανία γεννιέται απ' τα πολλά ψέματα που έχει πει ο καθένας στον εαυτό του, απ' τις ατέλειωτες δικαιολογίες, που επιστρατεύει, για να γυαλίζει το είδωλό του. Γι' αυτό και οι πιο ανιαροί συνομιλητές είναι αυτοί που συνεχώς για κάτι δικαιολογούνται.

Από την άλλη μεριά, όσο πιο καλοστημένη είναι η εικόνα του εαυτού μας, τόσο πιο στενό και απομονωμένο το κελί της αυτοφυλάκισής μας. Η εισόρμηση της ανίας αναπόφευκτη.

Στα γερμανικά η ανία αποδίδεται με τη λέξη Langeweile, που σημαίνει κατά λέξη: «μεγάλο χρονικό διάστημα», χωρίς παρελθόν και δίχως μέλλον, που δημιουργεί απελπισία και αποστροφή, σ' ένα χρόνο κενό και ακίνητο.

Αλλά η ανία, αίσθημα διαχρονικό και πανανθρώπινο, δεν φαίνεται να προκαλείται τόσο από εξωτερικές καταστάσεις. Αυξάνει όσο ο άνθρωπος φεύγει απ' αυτό που «οφείλει» και ρίχνεται ακράτητος σ' ό,τι «επιθυμεί». Ύστερα έρχεται ο κορεσμός, η πλήξη, για να εξελιχθεί σε «άκαρπη θλίψη».

Στα πνευματικά βιβλία κι αγωνίσματα η ανία συγγενεύει με το πρώτο από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, την ακηδία. Ίσως και να γεννιέται απ' αυτή, την αφροντισιά, τη χρόνια αμέλεια, τη μακρά απροετοιμασία, την αποθάρρυνση, τη «χυδαία μελαγχολία».

Η ακηδία ναρκώνει και παροπλίζει τις δυνάμεις της ψυχής και ύστερα ξεσηκώνει εναντίον της όλα μαζί τα άλλα πάθη. Γι' αυτό απ' όλα είναι το βαρύτερο. Έπειτα ο νους σκοτίζεται, επειδή ο σκοτασμός του, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, προέρχεται από την οκνηρία και την ανελεημοσύνη.

Αν το καλοεξετάσουμε, οι δύο αυτές αιτίες ίσως να ευθύνονται ουσιαστικά και για την αυξανόμενη ανία του πολιτισμένου κόσμου, που τις ευνοεί.

Στον τόπο όπου ανθίζει η προσπάθεια για την προσέγγιση του θελήματος του Θεού και την προσφορά στον συνάνθρωπο, είναι δύσκολο να φυτρώσουν τα βασανιστικά ζιζάνια της ανίας. Οι εντολές για την αγάπη στο Θεό και στον άνθρωπο δεν φανερώνουν μόνο το δρόμο για να κερδίσουμε τη μέλλουσα ζωή, άλλά και για να ζήσουμε αληθινά δημιουργικά, να ευτυχήσουμε στην παρούσα, όπως περίτρανα καταφαίνεται στη ζωή των άγίων.

Τη λύση του δράματος της ανίας, που εμφανίζεται και όταν τίποτε εξωτερικό δεν την δικαιολογεί, δεν μπορούμε τελικά να την περιμένουμε απ' έξω. Από μέσα μας φωτίζουμε τα εξωτερικά πράγματα, ακόμη και τα πιο μαύρα.

Από την ψυχή μας μπορούμε να μάθουμε γιατί αξίζει ο καθένας μας να κοπιάζει, να ελπίζει, να ζει.

Ύστερα έχουμε να καταθέσουμε πρώτοι εμείς το ένα ή τα πολλά τάλαντά μας στην τράπεζα της χάριτος του Θεού και να κρατούμε τις λαμπάδες μας αναμμένες από τη φλόγα της Θείας Αγάπης.

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΕΠΙΕΙΚΗΣ

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΕΠΙΕΙΚΗΣ

Μή πι­στέ­ψεις πώς η ε­πιεί­κεια πού δεί­χνεις στά λά­θη, στίς α­δι­κί­ες, στόν α­σχη­μο τρό­πο των αλ­λων σέ πα­ρου­σιά­ζει α­δύνα­το.

Τό α­ντί­θε­το συμ­βαί­νει. Η ε­πιεί­κεια ει­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εκεί­νων, πού αυ­το­κυ­ριαρ­χου­νται καί αι­σθά­νο­νται αρ­κε­τά ι­σχυ­ρούς τούς ε­αυτούς των.

Η α­νο­χή, η συ­μπά­θεια, η γλυ­κύ­τη­τα, η ευ­γέ­νεια η καί η τι­μω­ρί­α κά­πο­τε μέ η­πιό­τη­τα, πού ει­ναι εκ­φρα­ση της ε­πιεί­κειας, γλυ­καί­νουν τίς ανθρώ­πι­νες σχέ­σεις καί φω­τί­ζουν τίς με­γά­λες ψυ­χές!

Η ε­πιεί­κεια ει­ναι τό μύ­ρο της α­ρετης.

Καί στήν ω­ρα της α­δυ­να­μί­ας μας τήν ε­χου­με ο­λοι α­νά­γκη α­πό τούς αλ­λους.

Ε­να λά­θος πού ε­γι­νε α­θε­λα, α­ξί­ζει τήν ε­πιεί­κεια.

Ο­ταν με­τά α­πό τήν πτώ­ση δέν α­ντέ­χου­με τή δι­καιο­σύ­νη, μας στη­ρί­ζει η ε­πιεί­κεια, πού, ο­πως ει­πε κά­ποιος σο­φός, “ει­ναι τό πα­ρα­λει­πόμε­νο α­πό τόν νό­μο καί τό δί­καιο”.

Ενω ο­μως τήν ζη­του­με α­πό τούς αλ­λους, οι ι­διοι δέν τήν προ­σφέ­ρου­με καί ει­μα­στε α­κρι­βο­δί­καιοι.

Οι νέ­οι πρό πά­ντων, πού τούς χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό α­πό­λυ­το καί τούς λεί­πει η αυ­το­συ­γκρά­τη­ση, ει­ναι λι­γό­τε­ρο ε­πιει­κεις στίς πα­ρα­λεί­ψεις καί τά λά­θη με­γα­λυ­τέ­ρων καί μι­κρο­τέ­ρων.

Πό­σο δύ­σκο­λα συγ­χω­ρουν τήν πα­ρά­λει­ψη η τήν αυ­στη­ρό­τη­τα του πα­τέ­ρα, πού ερ­χε­ται κου­ρα­σμέ­νος α­πό τή δου­λειά του...

Δέν α­νέ­χο­νται τίς εκ­δη­λώ­σεις α­γά­πης της μά­νας, πού ι­σως δέν προ­σφέ­ρονται μέ τόν πιό κα­τάλ­λη­λο τρό­πο.

Κου­βε­ντιά­ζουν σκλη­ρά γιά τό κα­τά τή γνώ­μη τους λά­θος η καί τόν χα­ρα­κτη­ρα του­ κα­θη­γητη τους.

Α­ντι­δρουν ε­ντο­να, ο­ταν τούς δια­κό­πτουν η τούς ε­νο­χλουν τά μι­κρό­τε­ρα αδέλ­φια τους.

Που ε­πιεί­κεια, ο­ταν αρ­χί­ζουν οι νε­α­νι­κοί τσα­κω­μοί καί φου­ντώ­νει η ευθι­ξί­α!...

Φυ­γα­δεύ­ε­ται η συ­γκα­τα­βα­τι­κό­τη­τα, η η­πιό­τη­τα, η η­ρε­μί­α.

Ι­σως λη­σμο­νουν πώς τό πνευ­μα της α­νοχης μέ μέ­τρο καί της ε­πιεί­κειας πλη­σιά­ζει τον αν­θρω­πο μέ τόν Θε­ό καί τόν συ­νάν­θρω­πο.

Ε­σύ προ­σπά­θη­σε νά εμ­βα­θύ­νεις στή σο­φή προ­τρο­πή του με­γά­λου Α­πο­στό­λου καί δέν θά με­τα­νοιώ­σεις πο­τέ γιά τήν ε­πιεί­κεια πού ε­δει­ξες: “Τό ε­πιει­κές υμων γνω­σθή­τω πα­σιν αν­θρώ­ποις” (Φι­λιπ. δ΄ 5). Η ε­πιεί­κειά σας καί η υ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά σας ας γί­νει γνω­στή σέ ο­λους τούς αν­θρώ­πους καί σ αυ­τούς α­κό­μη τούς α­πί­στους.

Πρό­σε­ξε ο­μως, ο­χι υ­πο­χω­ρη­τι­κό­της σέ σο­βα­ρά θέ­μα­τα καί α­ξίες, για­τί τό­τε θά ε­χεις ε­νο­χή γιά τήν α­νο­χή, αλ­λά μέ σύ­νε­ση ε­πιεί­κεια μέσα στό πνευ­μα της κα­τα­νό­η­σης καί της α­γά­πης.

Α­νε­χό­με­νοι αλ­λή­λων εν α­γά­πη” ( Ε­φεσ. δ΄ 2).

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΣ

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΣ

Θα κου­ρα­στείς. Η ψυ­χή σου θα ’χει συ­νο­δοι­πό­ρο την α­γω­νί­α. Δεν θα μπο­ρείς να την ε­ξου­σιά­ζεις.

Πιο βα­ριά, πιο δύ­σκο­λα θα ο­λο­κλη­ρώ­νεις τα κα­θή­κο­ντά σου...

Σί­γου­ρα και στο πε­ρι­βάλ­λον σου θα δη­μιουρ­γείς ε­κνευ­ρι­σμό και α­νη­συ­χί­α. Για­τί να υ­πο­φέ­ρεις ά­δι­κα;

Τί­πο­τε δεν γί­νε­ται γρη­γο­ρό­τε­ρα και κα­λύ­τε­ρα με την α­νυ­πο­μο­νη­σί­α. Ί­σα-ί­σα, που «η α­τυ­χί­α δα­νεί­ζε­ται το ο­ξύ­τα­το κε­ντρί της απ’ αυ­τή».

Η α­δι­καιο­λό­γη­τη α­νυ­πο­μο­νη­σί­α, η βι­α­σύ­νη, κα­τα­στρέ­φει τις με­γάλες προσ­πά­θειες και δεν ε­ξα­σφα­λί­ζει την ε­πι­τυ­χί­α. Α­ντί­θε­τα, η ε­πι­στη­μονι­κή έ­ρευ­να, η ε­φεύ­ρε­ση, η ε­πί­δο­ση, η διά­κρι­ση, α­παι­τούν πο­λύ­χρο­νη ά­σκη­ση και υ­πο­μο­νή.

Ι­διαί­τε­ρα στον πνευ­μα­τι­κό α­γώ­να η α­νυ­πο­μο­νη­σί­α έ­χει αρ­νη­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα.

Α­παι­τεί­ται ε­πι­μο­νή και υ­πο­μο­νή για την κα­τά­κτη­ση της α­ρε­τής.

Η α­νυ­πο­μο­νη­σί­α εί­ναι η κα­τα­στρο­φή της δύ­να­μης, ε­νώ η υ­πο­μο­νή το στή­ρι­γμα της α­δυ­να­μί­ας και «συ­στα­τι­κό της με­γα­λο­φυ­ί­ας».

Εί­ναι βέ­βαια και θέ­μα χα­ρα­κτή­ρος η α­νυ­πο­μο­νη­σί­α, αλ­λά με την άσκη­ση, τον α­γώ­να και προ πά­ντων την καλ­λιέρ­γεια της ε­μπι­στο­σύ­νης στον Θε­ό, μπο­ρεί να κα­τα­φέ­ρει κι έ­νας α­νυ­πό­μο­νος να με­τα­βλη­θεί σε δη­μιουρ­γι­κά, ά­οκνο και δρα­στή­ριο τύ­πο, χω­ρίς άγ­χος και με­τα­μέ­λειες.

Η α­νυ­πο­μο­νη­σί­α σκο­τει­νιά­ζει το μέλ­λον.

Η α­νε­κτι­κό­τη­τα και η υ­πο­μο­νή κρα­τά το μυ­στι­κό της ε­πι­τυ­χί­ας.

Ο ε­θνι­κός μας ποι­η­τής Διο­νύ­σιος Σο­λω­μός τρα­γου­δά: «Με­γά­λο πράμα η υ­πο­μο­νή. "Αχ! μας την έ­πεμ­ψε ο Θε­ός. Κλει θη­σαυ­ρούς κι ε­κεί­νη».

Εί­ναι η τέ­χνη της ελ­πί­δας.

Αν δεν εί­σαι... μη γί­νε­σαι α­νυ­πό­μο­νος!

ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ της Μαρίας Ζαφείρη

ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ της Μαρίας Ζαφείρη

Παρουσιάζουμε μερικές από τις πρακτικές σκέψεις από το βιβλίο του A. Seve «Αγάπα τη ζωή σου» που θα μας βοηθήσουν ν “αγαπήσουμε τη ζωή μας”.

Προχωρεί ο συγγραφέας σε κάτι σημαντικό: τη σωστή μας τοποθέτηση στα γεγονότα της ζωής.

Μας χρειάζονται τρεις βασικές προϋποθέσεις: Δεκτικότητα, προσανατολισμός, πραγματοποίηση. Είναι λίγο δύσκολο να τα εφαρμόσει κανείς στην αρχή, κατόπιν όμως γίνονται αυθόρμητα.

Η πρώτη στιγμή είναι το ξύπνημα. Όλα μπορούν να μας συμβούν. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να το δεχθούμε.

Το να δεχθούμε το πραγματικό, σημαίνει ένα “άνοιγμα” και συνειδητοποίηση. Η σκέψη μας, όταν την χρησιμοποιούμε, έχει την ικανότητα να κυριαρχεί στην αποδοχή των διαφόρων προκλήσεων. Πρέπει να αφήσουμε τη σκέψη να μιλήσει μέσα στην καρδιά μας. Ας ηρεμήσουμε, σε λίγο θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.

Η δεύτερη κίνηση της σωστής τοποθέτησης, είναι ο ανένδοτος προσανατολισμός μας προς την αγάπη. Πριν από κάθε ενέργεια, λόγο, απόφαση ή πράξη αφήνουμε στο Θεό τη νοημοσύνη μας, τις δυνάμεις μας, την ευαισθησία μας. Δηλαδή όλο μας το “είναι”. Πρέπει να πάρουμε μια απόφαση: Να διαλέγουμε πάντοτε το “υπέρ” της αγάπης και όχι το “κατά” του μίσους. Το μερίδιο του κακού είναι μέσα μας πολύ πιο μεγάλο από όσο νομίζουμε. Μόλις ο συνομιλητής μας εκδηλωθεί κάπως αρνητικός, γρήγορα γλιστράμε στην αντίρρηση και την οξύτητα. Τι θα κάνουμε μπροστά στην είδηση που μας ξαφνιάζει ή σ΄ αυτόν τον φίλο που μας προδίδει;

Όσο κι αν μας κοστίζει θα παραμείνουμε στην αγάπη. Θα διώξουμε την βιαιότητα που μας διακατέχει, τη ζήλια τις πολύ βιαστικές κρίσεις. Θα δαμάσουμε ένα φόβο, θα πνίξουμε έναν πανικό. Το να θέλεις να είσαι αγάπη, είναι ήδη αγάπη.

Το άλλο πλεονέκτημα της σωστής τοποθέτησης μας είναι ότι δεν ζούμε στην “ελαφρότητα” στο φλου”. Ξεκαθαρίζουμε τα αισθήματά μας. Π.χ. το να πούμε “αισθάνομαι νευρικός, μας οδηγεί σε μια αόριστη νευρικότητα. Είναι προτιμότερο να διαπιστώσουμε ειλικρινά αυτή την νευρικότητα. Μπορώ τότε να ενεργήσω, δηλαδή να ψάξω να βρω την αιτία αυτής της νευρικότητας, κι ακόμη, αν δεν την βρω, μπορώ να κάνω κάτι για να ηρεμήσω. Π.χ. να μετριάσω την κινητικότητα μου, να σιωπήσω, ν΄ ακούσω μουσική, να προσευχηθώ. Το ίδιο το γεγονός της αντίδρασης με ειρηνεύει, μου προσφέρει χαρά. Κυριαρχώ στη ζωή μου, δεν θα την καταστρέψω υποκύπτοντας στη νευρικότητα. Όλα εξαρτώνται από την αμετάκλητη απόφασή μας: Η αγάπη είναι η συγκατάθεση μου στη ζωή. Αγαπώ αυτούς με τους οποίους ζω. Αυθόρμητα, όταν σκέπτεται κανείς εκείνους που αγαπά, διερωτάται: Πως μπορώ να τους αγαπήσω καλύτερα; Δεν ακολουθείται από το “Τι μπορώ να τους προσφέρω για να τους κάνω πιο ευτυχισμένους”;

Όμως υπάρχει και μια άλλη πλευρά στην συγκατάθεση μου στη ζωή; Όχι τι δίνω, αλλά τι απολαμβάνω από τους άλλους. Το σκεπτόμαστε λιγότερο και είναι κρίμα. Ανακαλύπτοντας αυτό που λαμβάνουμε, βλέπουμε ότι αυτό μας πλησιάζει εκπληκτικά στο οικογενειακό, κοινωνικό {η επαγγελματικό μας περιβάλλον. Είναι ιδιαίτερα άξιο προσοχής το πώς μπορούμε να μεταμορφώσουμε τους διαλόγους μας, συγκεντρώνοντας τη σκέψη μας σε μια μόνο ιδέα: Τι μπορώ να δεχθώ; Η αγάπη δεν είναι τυφλή, αλλά βλέπει διαφορετικά. Ξέρει να πηγαίνει πίσω από τα φαινόμενα, μέχρι το βάθος. Προσοχή, στην έξαψη που θα μπορούσε να μας παρασύρει εξ αυτής μιας λέξης, ίσως ακόμη και από μια ενστικτώδη αντιπάθεια, καταστρεπτική για τη δική μας δεκτικότητα. Αλλά ποιος μπορεί να είναι πάντοτε ένας ακροατής με αγάπη; Ας πούμε ότι είναι συχνότερα δυνατόν, αν έχουμε σκεφθεί σοβαρά τη σημασία αυτής της προσπάθειας για συμπάθεια, αν θέλουμε πραγματικά να “ δεχθούμε”. Μη λησμονούμε να προστρέχουμε στην προσευχή. “Κύριε βοήθησε με να τον αγαπήσω, να μην υψώσω ένα τείχος προκαταλήψεων γι΄ αυτά που πρόκειται να μου πει”. Ας έχουμε ένα φιλικό βλέμμα που θα εντατικοποιήσει την προσοχή μας, θα διατηρήσει την υπομονή μας.

Πολλές φορές ο συνομιλητής μας είναι κουραστικός, πολύλογος. Μας χρειάζεται περισσότερη υπομονή με τον κύριον που “τα ξέρει όλα”. Έχει πράγματι να μου πει πολλά. Αλλά με κουράζει, με εκνευρίζει με τη σιγουριά του. Προσοχή μήπως ζηλεύω λόγω της αγνοίας μου; Περισσότερο παρά ποτέ πρέπει να επιμείνω στο να “θέλω να δεχθώ”. Δεν θα δεχθούμε ευχάριστα τα αποστομωτικά λόγια, παρά μόνον όταν έχουμε πεισθεί ότι δεν φοβόμαστε τη σκέψη του άλλου.

Η αποκορύφωση ενός διαλόγου είναι η στιγμή όπου κάνουμε ένα αμοιβαίο δώρο: τον εσωτερικό μας κόσμο. Μην ικανοποιούμεθα πολύ γρήγορα από σχέσεις απλής συνύπαρξης, ενώ μπορούμε να χαρούμε τη χαρά της ανταλλαγής. Αγαπώ αυτό που κάνω. Μερικά πρωινά, η χαρά έρχεται να συναντήσει τη σκέψη ότι η ημέρα μας θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα , θα ασχοληθούμε με μια δουλειά που μας αρέσει, η συγκατάθεση στη ζωή θα είναι πολύ θετική. Το ιδανικό θα είναι να φθάσουμε στο σημείο να αγαπούμε όλα όσα κάνουμε, αλλά αυτό είναι καθαρή ουτοπία. Η μεγάλη χαρά της δημιουργίας παλεύει με δύο εχθρούς: Την ανία και την καταπίεση. Νοιώθουμε ανία πολλές φορές, αρκετά νωρίς, όταν η ζωή μάς αρνείται τις ευκαιρίες για εργασία η μας αφαιρεί τις δυνάμεις. Είναι δύσκολο να ψάχνεις για ασχολία, να διερωτάσαι: Σε τι μπορώ να είμαι χρήσιμος. Και όταν είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε μια αγγαρεία, κάτι που δεν μας αρέσει; Μια θετική αντί-καταπιεστική επίθεση είναι να εκτιμήσουμε καλύτερα αυτό, που έχουμε να κάνουμε. Όταν διακρίνουμε το θετικό πεδίο, απορρίπτουμε το αίσθημα της αγγαρείας.

Όταν το μεγαλείο της εργασίας φαίνεται λιγότερο καθαρά, τότε η αγάπη μπορεί να το φωτίσει.

Μέσα σ΄ ένα κλίμα συμπαθείας, όταν αγαπάς αυτό που κάνεις γίνεται πιο εύκολο. Ακόμη και μια σκληρή εργασία γρήγορα παίρνει άλλη όψη σ΄ ένα ζεστό περιβάλλον.

Νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε συμπαθητική οποιαδήποτε εργασία: Σκέπτομαι τους δύο οδοκαθαριστές της γειτονιάς μου. Τους χαμογελώ όταν τους συναντώ, λέγοντας τους καλημέρα και ελπίζω ότι βλέπουν μέσα στο χαμόγελό μου την ευχαρίστηση μου για ό,τι κάνουν. Αν δέκα άνθρωποι τους χαμογελούσαν μέσα στην ημέρα, θα μπορούσαν να πουν: “Αγαπώ αυτό που κάνω”.

Πόσοι υπάλληλοι, πίσω από ένα ταμείο, πωλητές, εργάτες θα ήσαν πιο χαμογελαστοί αν αναγνώριζαν ότι υπάρχουν αρκετοί που εκτιμούν τις υπηρεσίες τους.